Παρασκευή, 15 Ιουλίου 2016

Ο υπόγειος παγκόσμιος πόλεμος ξεκίνησε σιωπηρά


του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΒΕΛΟΠΟΥΛΟΥ


Διανύουμε ήδη τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, κατά την έλευση του οποίου οι ηγέτες του πλανήτη εξέφρασαν ελπίδες και διατύπωσαν οράματα για ένα καλύτερο αύριο. Τον προηγούμενο αιώνα η ανθρωπότητα βίωσε τη φρίκη δυο παγκόσμιων πολέμων, που ακολουθήθηκαν από 45 χρόνια Ψυχρού Πολέμου με τους δυο αντίπαλους συνασπισμούς (χώρες του λεγόμενου υπαρκτού Σοσιαλισμού -χώρες των Δυτικών Αστικών Δημοκρατιών) και επικεφαλής την Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών (ΕΣΣΔ) και τις ΗΠΑ αντίστοιχα, να καθορίζουν τις παγκόσμιες εξελίξεις και τις γεωπολιτικές ισορροπίες.

Ο Ψυχρός Πόλεμος, γεωπολιτικός, ιδεολογικός και οικονομικός αγώνας μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ και σύμβολό του το τείχος του Βερολίνου, τελείωσε με τις δυο διασκέψεις του Ρέκιαβικ (1986) και της Ουάσινγκτον (1987), ενώ λέξεις που αποτύπωσαν την περίοδο αυτή, όπως σιδηρούν παραπέτασμα, ανταγωνισμός των υπερδυνάμεων, ισορροπία του τρόμου, πυρηνικό ολακαύτωμα, φαντάζουν πλέον μακρινό παρελθόν. Το τέλος της μεταβατικής περιόδου (1989-1991), από την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου στην μεταψυχροπολεμική εποχή, στιγμάτισε η διάλυση της ΕΣΣΔ το Δεκέμβριο του 1991, μεταβάλλοντας το συσχετισμό δυνάμεων παγκοσμίως και αφήνοντας στις ΗΠΑ -στο μέχρι τότε διπολικό σύστημα ισχύος- τον τίτλο της μοναδικής ισχυρής στρατιωτικής και οικονομικής δύναμης.

Ο τερματισμός του Ψυχρού Πολέμου άνοιξε το δρόμο για τη διαμόρφωση στην παγκόσμια σκηνή μιας Νέας Τάξης Πραγμάτων, που είχε προαναγγείλει το 1990 ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους, μιας Νέας Τάξης στην οποία την πρωτοκαθεδρία θα είχε η χώρα του. Κύριο όχημα για τη μετάβαση σ’ αυτή, η Παγκοσμιοποίηση, η οποία στηρίζεται στη ραγδαία άνοδο της τεχνολογίας και των επικοινωνιών εκμηδενίζοντας χρόνο και αποστάσεις.

 Εφεξής οι δυο αυτοί νέοι όροι κυριαρχούν στην μεταψυχροπολεμική εποχή. Σήμερα δεν μιλάμε πλέον μόνο για οικονομική παγκοσμιοποίηση (βιομηχανική και χρηματοπιστωτική) αλλά και για πολιτική και πολιτισμική παγκοσμιοποίηση.

Στο νέο συνεχώς μεταβαλλόμενο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, οι ΗΠΑ εμφανίζονται ως ηγεμονική δύναμη, η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί να ενισχύσει περισσότερο το ρόλο της στο παγκόσμιο πολιτικό και οικονομικό γίγνεσθαι παρά τις εγγενείς δυσχέρειες που υπάρχουν στο εσωτερικό της, τα κράτη αναζητούν να βρουν τη θέση τους, ενώ ένας παλαιός-νέος «παίκτης», η Κίνα, επανέρχεται δυναμικά στην παγκόσμια σκακιέρα, διεκδικώντας ηγεμονική θέση. Η ανησυχία των ΗΠΑ για την ανάδυση της Κίνας -της ταχύτερα αναπτυσσόμενης χώρας στον κόσμο- είναι έκδηλη και πηγάζει από το ενδεχόμενο να χάσει την πρωτοκαθεδρία της σε περιφερειακό αλλά και παγκόσμιο επίπεδο.

Το 2008 γίναμε μάρτυρες της μεγαλύτερης κρίσης που γνώρισε το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Η κρίση, η χειρότερη μετά το κραχ του 1929, που ξεκίνησε στις ΗΠΑ και κλιμακώθηκε στην Ευρώπη, δημιούργησε νέα δεδομένα για την παγκόσμια οικονομία, ενώ ανέδειξε και τις αδυναμίες στη λειτουργία των εποπτικών αρχών που διέπουν τις χρηματοοικονομικές αγορές. Οι επιπτώσεις της κρίσης ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς για χώρες που βρίσκονται στην περιφέρεια της Ευρωζώνης, όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία, η Ισπανία, η Ιταλία, η Ιρλανδία.

Η ύφεση που βιώνει σήμερα η παγκόσμια οικονομία και οι συνεχείς αντεγκλήσεις μεταξύ ΗΠΑ, Κίνας, Ευρωζώνης, Ιαπωνίας, για τις ακολουθούμενες νομισματικές πολιτικές, επιτείνουν τις ανησυχίες κορυφαίων οικονομικών παραγόντων της διεθνούς κοινότητας για το ενδεχόμενο ενός συναλλαγματικού πολέμου.

 Βασικότεροι παράγοντες διαμόρφωσης των νομισματικών ισορροπιών είναι οι ΗΠΑ και η Κίνα. Η Ουάσινγκτον κατηγορεί την Κίνα ότι χειραγωγεί το εθνικό της νόμισμα, περιορίζοντας τις διακυμάνσεις έναντι του δολαρίου με αποτέλεσμα η υποτίμηση του γουάν να αυξάνει τις κινεζικές εξαγωγές και να κοστίζει στις ΗΠΑ χιλιάδες ανέργους. Διαφορετική άποψη έχει η Κίνα, η οποία με τη σειρά της κατηγορεί την Ουάσινγκτον ότι κάνοντας κατάχρηση της νομισματικής ελευθερίας χρησιμοποιεί το μηχανισμό της υποτίμησης, ρίχνοντας στην αγορά «φθηνό χρήμα» για να αποκομίσει κέρδη.

Στη Γηραιά Ήπειρο, η Ευρωζώνη το 2010 πέτυχε μια σημαντική αντιστροφή στη συναλλαγματική της ισοτιμία έναντι του δολαρίου που είχε θετική επίδραση στην οικονομική της δραστηριότητα και κυρίως στη Γερμανία και στις χώρες του Βορρά.

Η Γερμανία επιθυμεί διακαώς τη διατήρηση της σταθερά χαμηλής ισοτιμίας του ευρώ απέναντι στη ζώνη του δολαρίου για να μην απειλούνται οι εξαγωγές της.

Στο «χορό» των συναλλαγματικών υποτιμήσεων μπήκε και η Ιαπωνία, η Κεντρική Τράπεζα της οποίας ανακοίνωσε ότι διατηρεί μηδενικά τα επιτόκια και ανεβάζει το όριο-στόχο για πληθωρισμό, με στόχο την τόνωση των εξαγωγών της, καθώς με τα μέτρα αυτά το ιαπωνικό νόμισμα (γιεν) έχει χάσει πάνω από το 20% της αξίας του.

Άλλη συνέπεια της εφαρμογής πολιτικών νομισματικής χαλάρωσης είναι η διαφυγή κερδοσκοπικών κεφαλαίων στις λεγόμενες αναδυόμενες αγορές, καθώς οι επενδυτές αναζητούν υψηλότερες επιδόσεις, όπως συνέβη περί τα τέλη του 2012 στις χώρες της Λατινικής Αμερικής όπου υπήρξε μαζική εισροή κεφαλαίων μέσω αγορών αμερικανικού δολαρίου αξίας άνω των 13 δισ.

Οι τοποθετήσεις των κερδοσκοπικών αυτών κεφαλαίων έχουν ως αποτέλεσμα την άνοδο των νομισμάτων στις χώρες αυτές με συνέπεια τη μείωση των εξαγωγών τους και τα γνωστά επακόλουθα για τις οικονομίες και τους λαούς τους.

Οι μεγάλες ανισορροπίες που υπάρχουν σήμερα στην παγκόσμια οικονομία και που έχουν ως αποτέλεσμα να συσσωρεύονται τεράστια πλεονάσματα από τη μια πλευρά, τη Δύση, και τεράστια ελλείμματα από την άλλη (Ανατολή) αυξάνουν τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης του διεθνούς νομισματικού συστήματος, που σήμερα στηρίζεται στο ευρώ και το δολάριο.

Για το λόγο αυτό αυξάνουν και οι φωνές που υποστηρίζουν αλλαγές του συστήματος του Bretton Woods. Το 2010 ο τότε πρόεδρος της Παγκόσμιας Τράπεζας, Ρόμπερτ Ζέλικ, με άρθρο του στη βρετανική οικονομική εφημερίδα «Financial Times», λίγες ημέρες πριν τη σύνοδο των G20 (των 20 μεγάλων βιομηχανικών και αναπτυσσόμενων κρατών) στη Σεούλ της Νότιας Κορέας έθετεθέμα επιστροφής στον Κανόνα του Χρυσού. Κατά τον κ.Ζέλικ στο νέο σύστημα πρέπει να συμπεριληφθούν το δολάριο, το ευρώ, το γεν, η στερλίνα καθώς και το γουάν, το οποίο, έγραφε, «οδεύει προς διεθνοποίηση».

Στο ίδιο πνεύμα και ο πρώην πρόεδρος της Ρωσίας, Ντμίτρι Μεντβέντεφ, ο οποίος το 2009 ανοίγοντας τις εργασίες του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ της Αγίας Πετρούπολης, γνωστό ως SPIEF, τόνισε την ανάγκη να εξεταστεί η θέση του χρυσού σ’ ένα νέο νομισματικό σύστημα, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η δημιουργία ενός νέου «καλαθιού» περιφερειακών νομισμάτων-στο οποίο θα συμμετείχε και το ρούβλι- θα προσέδιδε μεγαλύτερη σταθερότητα στην παγκόσμια οικονομία.

Η παγκόσμια οικονομία λειτουργεί με βάση την ισχύ και την κυριαρχία. Για πολλούς ο «εκκωφαντικά σιωπηλός» συναλλαγματικός πόλεμος έχει ξεκινήσει.

Το πρώτο στάδιο αυτού του πολέμου ήταν η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Το δεύτερο η διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος που αύξησε τα δημοσιονομικά ελλείμματα, βύθισε δεκάδες χώρες στο χρέος και οδήγησε σε εξαθλίωση εκατομμύρια ανθρώπους. Απομένει στα κράτη –αν θέλουν να συνεχίσουν να υπάρχουν ως κράτη- να αμυνθούν με όλα τα μέσα που διαθέτουν.





ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου