Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015

«Άσε τη ζωή που κάνεις και ψάξε τη ζωή που χάνεις»


Έχεις καταλάβει πως δεν ζούμε; πως απλώς υπάρχουμε και κινούμαστε αταβιστικά; Κοιμόμαστε για να ξυπνήσουμε και να περάσουμε ξανά τη χθεσινή ημέρα. Σαν τη μέρα της Μαρμότας. Το βλέπω και στον εαυτό μου. Γράφω το πρόγραμμα σε ένα χαρτί και κάθε πρωί ξεκινάω να τσεκάρω. Δούλεψε, ενημερώσου, μελέτησε, υπολόγισε, διεκπεραίωσε. Κατέβασε και τα σκουπίδια. Πριν να το καταλάβω είναι και πάλι νύχτα.

Στο ενδιάμεσο, μικρά τηλέφωνα. Όλοι στο ίδιο τριπάκι. «Τι νέα;» Τα ίδια. «Εσύ;» Τίποτα κι εγώ. Αδιέξοδο. Να τα πούμε.

Πολλές φορές με κάποιους φίλους δεν μιλάμε για μέρες. Δεν τηλεφωνιόμαστε όταν η κατάθλιψη χτυπάει την πόρτα. Καθόμαστε όλοι ήσυχοι. Λες και η μουρτζουφλιά κρυφακούει από το κατώφλι και μόλις το παραδεχτούμε φωναχτά θα κάνει ντου στο σπίτι, θα μεγαλώσει 48 νούμερα και θα εγκατασταθεί σε όλο του το εμβαδό, ακόμα και στα ταβάνια, για πάντα.

Ύστερα το παλεύουμε και μαλακώνει. «Δεν σε έπαιρνα, ήμουν χάλια, δεν ήξερα τί να πω. Ας συναντηθούμε στ’ αλήθεια αυτή τη φορά». Πίνουμε δυο ποτήρια κρασί. Γινόμαστε Comfortably Numb. Εμείς και οι Pink Floyd. Σε λούπα κι αυτοί.

Όμως υπάρχουν και οι μέρες που θυμόμαστε πως είναι η ζωή που Θέλουμε να ζήσουμε. Βγαίνουμε βόλτα στη λιακάδα και ρουφάμε τον ήλιο μέχρι οι μύτες μας να γίνουν ροζ. Οι δρόμοι που ξέρουμε ως και την τελευταία πέτρα μοιάζουν ολοκαίνουριοι. Γελάμε με κάθε μικρή βλακεία. Δίνουμε καταπραϋντικά χάδια στα μαλλιά. Λέμε συνθήματα που διαβάσαμε στους τοίχους για να τα εμπεδώσουμε. «Άσε τη ζωή που κάνεις και ψάξε τη ζωή που χάνεις». Και μετά ονειρευόμαστε. Κάπως δειλά. Αλλά ονειρευόμαστε.

Κανουμε κοπτοραπτικη στα σχεδία μας για να χωρέσουν στις καταστάσεις. «Άσε τα μεγάλα, μακρινά ταξίδια. Κάποτε θα ξαναπάμε. Μικρά, ανθρωπένια πράγματα τώρα. Μικρότερες αποστάσεις και περισσότερα γέλια. Κάμπινγκ στη Σαμοθράκη το καλοκαίρι. Να χωθούμε κάτω από τους καταρράκτες και να κυνηγάμε λιβελούλες. Και τα άγρια κατσίκια πάλι θα σε κοιτάνε μέσ’ τη μούρη για να σε υπνωτίσουν να τους δώσεις το σάντουιτς που τρως».

Μετά ξανά στο σπίτι. Πάλι η μέρα της μαρμοτας, επί μέρες σερί. Ψυχολογικά νεκρές ώρες. Που κέφι για δημιουργικότητα ή κοινωνικοποίηση; Τι θα ανταλλάξω και τι θα προσφέρω; Ζηλεύω τις γάτες μου και τη μακαριότητά τους. Χυμένες στους καναπέδες, πλήρως απροβλημάτιστες και με ένα μόνιμο χαμόγελο όταν τις κοιτάς προφίλ. Τους κάνω παιδικές ερωτήσεις. «Γιατί είμαι εγώ και δεν είμαι εσύ;».

Μεσανυχτα μιλάω με τους γείτονες μέσω inbox. «Μια πόρτα μακριά, πως καταντήσαμε έτσι;». Ύστερα χτυπάει το κουδούνι. Εμφανίζονται τα δυο κορίτσια με πυτζάμες, αστείες παντόφλες-σκύλους κι ένα μπουκάλι τεκίλα. Σφηνοπότηρα και David Bowie. «Μπορούμε να είμαστε ήρωες, έστω και για μια μέρα». King David. Τον πιστεύουμε. Το διαλύουμε τα ξημερώματα. Πρωί χωρίς χανγκόβερ. Σήμερα είμαστε ήρωες. Σήμερα είναι όμορφα και μπορούμε τα πάντα.

Προχθες το βράδυ, σχεδιάσαμε ιντερνετικα την απόδραση μας με έναν φίλο. Εφόσον λαλήσαμε, λέμε να γίνουμε νεοχίπιδες στη Γαύδο να βρούμε τη υγειά μας. Θα πάρουμε μαζί μόνο τα απαραίτητα, δηλαδή τους φίλους μας, ένα ipod με ηλιακό φορτιστή, ένα πιάνο, μια κιθάρα, το κουνέλι του και τις γάτες μου καθώς και τα αγαπημένα μας βιβλία. Θα στήσουμε ένα κοινόβιο στις σπηλιές, θα ψαρεύουμε και θα καλλιεργούμε λαχανικά.

Κάι με έναν φανταστικό μεταμεσονύκτιο ήλιο να μας καίει το δέρμα, κλείσαμε τους υπολογιστές, πετάξαμε τη Μαρμότα και πήγαμε για ύπνο με όλα μας τα κύτταρα γεμάτα αισιοδοξία και ζωή.

Dream on fuckers.





Μαριανινα Πατσά
doctv.gr

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου