Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2015

ΕΕ: Συμπολιτεία εθνικών κρατών ή υπερεθνικό αμάλγαμα;


Η οικονομική κρίση φέρνει στην επιφάνεια τις αντιφάσεις και τα θεμελιακά της προβλήματα
 

Του Περικλή Νεάρχου
Πρέσβυ ε.τ.



Ανεξάρτητα από την έκβαση των διαπραγματεύσεων, που θα προσδιορίσει τη συγκυρία των σχέσεων της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους όρους για την αντιμετώπιση του οξύτατου οικονομικού της προβλήματος, η παρούσα κρίση και η μεταχείριση που έχει η χώρα μας αποκαλύπτουν τη λογική που διέπει σήμερα την Ε.Ε. και την προοπτική που διαγράφεται για το μέλλον της.

Ένας από τους σημαντικότερους λόγους για τους οποίους δεν καταλήγει η διαπραγμάτευση, ενώ τα ποσά του 1 ή των 2 δισ. ευρώ που διαχωρίζουν ακόμη τις δύο πλευρές είναι σχετικά μικρά, είναι η μέριμνα των δανειστών όχι μόνο να αποφύγουν τη δημιουργία επικίνδυνου προηγούμενου, αλλά να αποφύγουν επίσης την αμφισβήτηση της νέας ευρωπαϊκής τάξεως που έχει διαμορφωθεί και πάνω στην οποία βασίζεται η ηγεμονική θέση της Γερμανίας, με κύριο όπλο το ευρώ.

Το ευρώ εισήχθη κατά τρόπο πρωθύστερο, πριν από την ολοκλήρωση, δηλαδή, της πολιτικής ενοποιήσεως της Ευρώπης, με το σκεπτικό ότι θα λειτουργούσε ως καταλύτης για την επιτάχυνση της πολιτικής ενοποιήσεως, υπό το βάρος της ανάγκης και της πιέσεως που δημιουργεί ένα ενιαίο νόμισμα, σε πλαίσιο, μάλιστα, ανοικτών και παγκοσμιοποιημένων αγορών. Η πολιτική ενοποίηση όμως δεν ήρθε. Η ανάγκη, πάντως, που δημιουργεί ένα ενιαίο νόμισμα οδηγεί σε μεγαλύτερη δημοσιονομική και τραπεζική ενοποίηση, η οποία παρουσιάζεται ως νέο άλμα και στην πολιτική ενοποίηση.

Με απλά λόγια, η πραγματική πολιτική ενοποίηση προεβλήθη αρχικά ως ισότιμη συμμετοχή των εθνικών κρατών – μελών της Ευρώπης σε μία ευρωπαϊκή συμπολιτεία. Η τελευταία θα είχε, προφανώς, ως αναφορά την κυριαρχία των ευρωπαϊκών λαών και τη σταδιακή μεταφορά κυριαρχίας στην οικοδομούμενη συμπολιτεία. Ως συνέχεια όμως και ως συνέπεια της αρχικής μεθόδου της ευρωπαϊκής οικοδομήσεως –της ενάρξεως δηλαδή, από την οικονομική ένωση- ως αναγκαίας και στέρεης προϋποθέσεως για τη μετάβαση στην πολιτική ένωση, έγινε κατά την πορεία διάζευξη μεταξύ οικονομικής και πολιτικής ενώσεως. Η κατάσταση αυτή επιδεινώθηκε με την εισαγωγή του ευρώ, που επισήμως είχε τον αντίθετο στόχο: να επιταχύνει, δηλαδή, την πολιτική ενοποίηση.

Η πολιτική ενοποίηση δεν κατέστη δυνατή και έμεινε μετέωρη, γιατί, κατά πρώτο λόγο, δεν υπήρχε πολιτική σύγκλιση των τριών μεγαλύτερων ευρωπαϊκών δυνάμεων: της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Μεγάλης Βρετανίας.

Η Γερμανία, μετά την επίλυση του εθνικού της θέματος, με την επανένωση, έδειξε προθυμία για την εμβάθυνση της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Ήθελε να καθησυχάσει τους εταίρους της και πρωτίστως την Γαλλία, ότι έβλεπε το μέλλον της στο πλαίσιο της Ε.Ε. και ότι δεν έμπαινε στον πειρασμό να ακολουθήσει δική της, ανεξάρτητη εθνική και ενδεχομένως ουδετερόφιλη πολιτική. Στο πλαίσιο αυτό δέχτηκε και την εισαγωγή του ευρώ, στο οποίο επέμενε ο Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν. Ο τελευταίος πίστευε ότι με τον τρόπο αυτό θα υποκαθιστούσε το γερμανικό μάρκο με ένα ευρωπαϊκό νόμισμα, το οποίο θα ενίσχυε την κοινή ευρωπαϊκή προοπτική.



Η καθοριστική μεταψυχροπολεμική γεωπολιτική των ΗΠΑ

Η κύρια δυναμική των εξελίξεων στην Ευρώπη προσδιορίσθηκε, δυστυχώς, από την γεωπολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών, μέσα στο νέο ευρωπαϊκό σκηνικό που διαμορφώθηκε μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενώσεως και του συνασπισμού των κρατών του υπαρκτού σοσιαλισμού. Η λογική της γεωπολιτικής αυτής ήταν ότι οι ΗΠΑ θα έπρεπε να εκμεταλλευθούν την κατάρρευση του αντίπαλου συνασπισμού και να διαμορφώσουν ένα νέο, πλεονεκτικό για τις ίδιες κα τους συμμάχους τους, γεωπολιτικό τοπίο στον χώρο της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων.

Η λογική αυτή εκφράσθηκε, σε πρώτο στάδιο, από την επέκταση του ΝΑΤΟ. Σε δεύτερο στάδιο, εκφράσθηκε με ισχυρές πιέσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση να προτάξει, λόγω γεωπολιτικής συγκυρίας, τη διεύρυνση αντί της εμβαθύνσεως και να προχωρήσει σε ένταξη των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων, κάνοντας έκπτωση και στα κριτήρια που η ίδια έθετε προηγουμένως για να δεχθεί στους κόλπους της μία υποψήφια χώρα.

Η νέα Ευρώπη που διαμορφώθηκε έδωσε αυξημένο βάρος στις πιο φιλοατλαντικές δυνάμεις, που πρωτοστατούν και σήμερα στην αντιπαράθεση με τη Ρωσία με αφορμή την Ουκρανία. Η αναζήτηση επίσης εκ μέρους των χωρών αυτών εγγυήσεων ασφαλείας απέναντι στη Ρωσία από τις ΗΠΑ ενίσχυσε τις τάσεις για ταύτιση της ευρωπαϊκής ασφάλειας με το ΝΑΤΟ και υποχώρηση της ιδέας για αυτόνομη ευρωπαϊκή άμυνα. Σε αυτό συνέβαλε και η επιστροφή της Γαλλίας στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ. Η τελευταία, εμπνεόμενη από την ιδέα μίας ενωμένης και ανεξάρτητης Ευρώπης, που είχε προβάλει με σθένος ο στρατηγός Ντε Γκολ, ήταν για πολλά χρόνια ο σημαιοφόρος μίας αυτόνομης ευρωπαϊκής άμυνας. Η αλλαγή όμως των συσχετισμών στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, με την ένταξη των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, που υπερακοντίζουν στην ταύτιση της ευρωπαϊκής ασφάλειας με το ΝΑΤΟ, ώθησε και τη Γαλλία σε αναδίπλωση. Ο πρώην Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί προέβαλε την ιδέα ενός ΝΑΤΟ δύο πυλώνων –ενός αμερικανικού κι ενός ευρωπαϊκού- ως γραμμή υποχωρήσεως από την προηγούμενη θέση της Γαλλίας για την επιστροφή της στο στρατιωτικό σκέλος της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.

Ενδεικτική του νέου κλίματος που έχει δημιουργηθεί σε ό,τι αφορά στο ΝΑΤΟ και την ευρωπαϊκή ασφάλεια είναι επίσης η στάση ουδέτερων χωρών της Σκανδιναβικής Χερσονήσου, όπως η Σουηδία και η Φινλανδία. Οι δύο χώρες, μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενώσεως και την επικράτηση ιδίως του Μπόρις Γέλτσιν τη δεκαετία του ’90, που οδήγησε για μία περίοδο σε μεγάλη γεωπολιτική απαξίωση τον ρωσικό παράγοντα, πίστεψαν ότι μπορούν και ότι πρέπει να αποτελέσουν μέρος του ευρύτατου αντιρωσικού συνασπισμού που διαμορφώνεται υπό την ηγεσία των ΗΠΑ. Ερωτοτροπούν γι αυτό με την ιδέα της εγκαταλείψεως της ουδετερότητάς τους και της εντάξεώς τους στο ΝΑΤΟ, με το πρόσχημα ότι, εφόσον είναι χώρες – μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και η ευρωπαϊκή ασφάλεια ταυτίζεται με το ΝΑΤΟ, είναι λογικό να συμμετάσχουν κι αυτές στην κοινή ευρωπαϊκή δομή άμυνας και ασφάλειας και να εγκαταλείψουν το καθεστώς ουδετερότητας.



Οι κύριοι παράγοντες για τη μετάλλαξη της ευρωπαϊκής ιδέας

Η γεωπολιτική δεν είναι ο μόνος παράγοντας που επηρέασε καθοριστικά και μετάλλαξε σε σημαντικό βαθμό την ευρωπαϊκή ιδέα. Παραλλήλως, και πριν ακόμη από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενώσεως, είχε αρχίσει από τη δεκαετία του ’80, η επικράτηση στην Ευρώπη των αρχών ενός ακραίου νεοφιλελευθερισμού, που μορφοποιήθηκε και ολοκληρώθηκε αργότερα, τη δεκαετία του ’90, με τη παγκοσμιοποίηση και ταυτίσθηκε με τις διαδοχικές ευρωπαϊκές Συνθήκες. Η εξέλιξη αυτή αναγορεύει εκ των πραγμάτων τις αγορές σε κυρίαρχο στοιχείο της ευρωπαϊκής ενοποιήσεως. Αντί, δηλαδή, να είναι κινητήρας της ευρωπαϊκής ενοποιήσεως η κυρίαρχη θέληση των λαών, υποκαθίσταται από την οικονομική ενοποίηση και τη δυναμική των αγορών, που κυριαρχούνται από χρηματιστικές ολιγαρχίες.

Στο όνομα αυτής της ενοποιήσεως, απαιτείται συνεχώς μεγαλύτερη μεταφορά εθνικής κυριαρχίας, με επιχείρημα την αποτελεσματική διακυβέρνηση της Ευρωζώνης και την «τιθάσευση» των αγορών. Που μεταφέρεται η εθνική αυτή κυριαρχία; Στους ευρωπαϊκούς υπερεθνικούς θεσμούς, η εξουσία των οποίων υποτίθεται ότι ελέγχεται από το ύπατο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και –στο νομοθετικό επίπεδο- το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Για το τελευταίο είναι γνωστές και πολυσυζητημένες οι αδυναμίες του και το δημοκρατικό έλλειμμα από το οποίο πάσχει. Σε ό,τι αφορά στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, εξακολουθεί επισήμως να αντιπροσωπεύει την αρχή της ισότιμης συμμετοχής των κρατών – μελών. Τι γίνεται όμως όταν η πραγματική πολιτική ενοποίηση παραμένει μετέωρη και υποκαθίσταται από την ενοποίηση των χρηματιστικών αγορών; Είναι προφανές ότι σε μία τέτοια περίπτωση το πλεονέκτημα περιέρχεται στους οικονομικά ισχυρούς και η θεσμική πολιτική ισοτιμία καθίσταται ανίσχυρη να προστατεύσει τις οικονομικά πιο αδύναμες χώρες – μέλη. Αυτό είναι φανερό στις Συνόδους του Eurogroup.

Ποιο είναι, επίσης, το συμφέρον των πιο αδύναμων κρατών που συμμετέχουν σε μία τέτοια ένωση, όταν αυτή εξελίσσεται μόνο σε οικονομική ένωση, με κυρίαρχη την αγορά και δεν έχει προοπτική ολοκληρώσεως μίας πραγματικής πολιτικής ενώσεως;

Τι θα ήθελα να είναι τελικά η Ευρωπαϊκή Ένωση;

Θα είναι μία συμπολιτεία που θα εκφράζει την κυριαρχία και την θέληση των λαών και των εθνικών της κρατών ή θα εξελιχθεί σε ένα υπερεθνικό και μεταεθνικό αμάλγαμα, που θα αναφέρεται στις αγορές και θα καθοδηγείται από έναν υπερεθνικό Άρειο Πάγο, άπατρι και ανεύθυνο, όπως έλεγε ο στρατηγός Ντε Γκολ;

Το ερώτημα αυτό είναι καίριο, γιατί, ενώ είναι στάσιμη η πραγματική πολιτική ενοποίηση, δίνεται μία άλλη εικόνα, ενός νέου δήθεν άλματος στην οικοδόμηση της Ευρώπης, με τη δημοσιονομική και την τραπεζική ενοποίηση και τις εξαγγελίες προσφάτως για την αμυντική Ευρώπη, με την προτεινόμενη δημιουργία Ευρωστρατού.

Η Ελλάδα αποκαλύπτει, μέσα από τη δραματική οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει και τις ευρωπαϊκές πολιτικές, τις μεγάλες αντιφάσεις και τα θεμελιακά προβλήματα που βρίσκονται στη βάση της σημερινής Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Είναι ένας λόγος παραπάνω αυτοί που επωφελούνται από μία άτυπη ηγεμονία στους κόλπους της να μην θέλουν να παραδεχθούν «καινά δαιμόνια» ή να δώσουν απαντήσεις σε προβλήματα που θα αμφισβητούσαν τη σημερινή τάξη πραγμάτων, πορεία και προοπτική της Ε.Ε.

Η Ελλάδα όμως δεν έχει κανένα συμφέρον να συρθεί, στο όνομα της Ευρώπης και του ευρώ, σε πολιτικές που δεν κατοχυρώνουν στοιχειωδώς τα συμφέροντά της, την αναπτυξιακή της προοπτική και το εθνικό της μέλλον.



περιοδικό «Επίκαιρα», τεύχος 295

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου